Η Θεσσαλονίκη είναι η πόλη με λιγότερο από 3 τ.μ. πράσινο ανά κάτοικο, μια από τις μικρότερες αναλογίες στην Ευρώπη, με υψηλότατα επίπεδα ρύπανσης, ιδιαίτερα σε μικροσωματίδια στο δυτικό της τμήμα. Αυτό συνέβη καθώς ο τρόπος ανάπτυξης της πόλης δεν επέτρεψε τη διάθεση επαρκών ελεύθερων χώρων πρασίνου και μάλιστα υψηλού που είναι αναγκαίο για τη διατήρηση της σωματικής και ψυχικής υγείας των κατοίκων, την ρύθμιση του αστικού μικροκλίματος, ακόμα και για τη διασφάλιση επαρκών χώρων συγκέντρωσης σε περιπτώσεις εκτάκτων αναγκών, όπως οι σεισμοί. Στην Ευρώπη το αποδεκτό όριο είναι 10-12 τ.μ. ανά κάτοικο ενώ ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναφέρει ότι η αδυναμία των κατοίκων των αστικών κέντρων να βρεθούν σε υπαίθριο αστικό «υψηλό πράσινο» οδηγεί περίπου το 3,3% των κατοίκων των μεγαλουπόλεων σε πρόωρο θάνατο παγκοσμίως.

Σήμερα, οι ελεύθεροι αδόμητοι χώροι εντός του αστικού ιστού της Θεσσαλονίκης που μπορούν να δεχθούν υψηλό πράσινο είναι ελάχιστοι με τους περισσότερους από αυτούς να είναι στρατόπεδα, κλειστά και σε λειτουργία (πλήρως ή μερικά). Τα περισσότερα και μεγαλύτερα βρίσκονται στην ιδιαίτερα περιβαλλοντικά υποβαθμισμένη Δυτική Θεσσαλονίκη. Eξειδικευμένες μελέτες κατέληξαν στο ότι τα στρατόπεδα που βρίσκονται εντός και στις παρυφές του Πολεοδομικού Συγκροτήματος της Θεσσαλονίκης πρέπει να διατεθούν αποκλειστικά στην ανάπτυξη υψηλού πρασίνου για να βελτιωθεί η αναλογία έκτασης πρασίνου ανά κάτοικο, αν και πάλι αυτή θα είναι πολύ χαμηλότερη του αποδεκτού (5 τ.μ./κάτοικο).Η ζωτική σημασία αυτής της τελευταίας και μοναδικής δυνατότητας, στοιχειώδους αναβάθμισης της υποβαθμισμένης ποιότητας ζωής, είναι αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα για την κοινωνία της Θεσσαλονίκης.

Με βάση τα παραπάνω θα περίμενε κανείς ότι κάθε έκταση, όπως είναι τα πρώην στρατόπεδα, που είναι διαθέσιμη, η χρήση της για δημιουργία αστικών δασικών τοπίων θα ήταν η απόλυτη προτεραιότητα. Αντίθετα, τόσο η κυβέρνηση συνεχίζοντας ακριβώς την ίδια πολιτική με τις προηγούμενες, όσο και οι δήμοι κάνουν ότι μπορούν για να καταλήξουν οι χώροι αυτοί στα χέρια ιδιωτικών συμφερόντων και της εκκλησίας.

Δυο στρατόπεδα, το Μεγάλου Αλεξάνδρου και Παπακυριαζή στα σύνορα των δήμων Αμπελοκήπων-Μενεμένης και Ευόσμου Κορδελιού πέρασαν στο ΤΑΙΠΕΔ, το στρατόπεδο Παύλου Μελά οδεύει προς εκμετάλλευση από ιδιώτες ενώ και για πολλά από τα υπόλοιπα το μέλλον διαγράφεται σκοτεινό μετά τον νόμο Καμμένου (Ν. 4407 «Ρύθμιση θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και άλλες διατάξεις», ΦΕΚ 134 Α’) ο οποίος ούτε λίγο ούτε πολύ επιβάλλει την ενοικίασή τους (εφόσον δεν διατεθούν σε ιδιώτες) στους δήμους με ετήσιο ενοίκιο 5% της αντικειμενικής τους αξίας! Για τις χρήσεις γης οι δήμαρχοι αφού εν χορώ μαζί με τοπικούς βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας κατάφεραν να μην θεσπιστεί νέο ρυθμιστικό το καλοκαίρι του 2014 , έχουν εισάγει μέσω των Γενικών Πολεοδομικών Σχεδίων όλες τις πιθανές χρήσεις που μπορεί να ζητήσουν οι «επενδυτές».

Έχοντας υπόψη αυτά πλήθος συλλογικοτήτων αλλά και κάποιοι δήμοι υιοθέτησαν μετά το 2013 μια σειρά σχετικών αιτημάτων με σκοπό τη μετατροπή των στρατοπέδων που βρίσκονται εντός του ΠΣ. Θεσσαλονίκης σε ελεύθερους, δημόσιους κοινόχρηστους χώρους υψηλού πρασίνου.

Αυτά είναι:

  • Η κατάργηση του Ν. 2745/1999 (γνωστός ως νόμος Τσοχατζόπουλου) περί οικιστικής ανάπλασής τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου, ένα μεγάλο μέρος της έκτασής τους αποδίδεται προς εξυπηρέτηση οικιστικών αναγκών του προσωπικού των ενόπλων δυνάμεων, καθώς και το οριστικό πάγωμα συμφωνιών που προσπάθησαν να δημιουργήσουν τετελεσμένα και να δεσμεύσουν την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Σήμερα βέβαια, το αίτημα αυτό πρέπει να επικαιροποιηθεί και με την κατάργηση και του επαίσχυντου νόμου Καμμένου, ο οποίος εκτός του ενοικίου από τους ΟΤΑ ολοκληρώνει την πρωτοφανή αρπαγή δημόσια περιουσίας που είχε ξεκινήσει ο Ν. 2745/1999 για χρήση μιας κατηγορίας Ελλήνων πολιτών μέσω της ιδιωτικοποίησής τους!
  • Το χαρακτηρισμό των πρώην στρατοπέδων με προεδρικά διατάγματα ως κοινόχρηστων χώρων υψηλού πρασίνου. Ο χαρακτηρισμός αυτός είναι απαραίτητος για να αποφευχθούν φαινόμενα τύπου «Ελληνικού», όπου τα παρτέρια των πολυτελών πολυκατοικιών προσμετρήθηκαν στο πράσινο που θα δημιουργήσει η επένδυση. Σε ειδικές δε περιπτώσεις, όπως στο Καρατάσσου, είναι δυνατόν να διαμορφωθούν ιδιαίτερα αστικά τοπία καθώς ο χώρος γειτνιάζει με σημαντικά βυζαντινά μνημεία και διαθέτει τρεχούμενο νερό σε όλη τη διάρκεια του έτους.
  • Τα εντός των στρατοπέδων αξιόλογα κτήρια να χαρακτηριστούν ως ιστορικά μνημεία τα οποία αφού συντηρηθούν, να αποδοθούν για ήπιες κοινωφελείς χρήσεις και να μην υπάρξει καμία νέα δόμηση σε αυτά. Ορισμένα από τα στρατόπεδα διαθέτουν αξιόλογο κτηριακό απόθεμα (Μεγ. Αλεξάνδρου, Καρατάσσου, Π. Μελά, 3ο Σώμα Στρατού κ.λπ.), ορισμένα κτήρια είναι μνημεία (π.χ. στα στρατόπεδα Παύλου Μελά, Κόδρα) που μπορεί να αξιοποιηθούν κατάλληλα χωρίς νέα δόμηση. Από την άλλη, σε αυτά απαντά πληθώρα κτηρίων που μπορούν να καθαιρεθούν αυξάνοντας τους χώρους που θα διατεθούν για υψηλό πράσινο.
  • Η αναστροφή της μεταβίβασης των στρατοπέδων Μεγ. Αλεξάνδρου και Παπακυριαζή στο Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ). Εδώ θα έπρεπε να προστεθεί και η άρση των παραχωρήσεων στην εκκλησία, η οποία σπεύδει να καπαρώσει γωνιακά (κυριολεκτικά) οικόπεδα με τη δικαιολογία των ενοριακών ναών, ενώ είναι προφανές ότι σχεδιάζονται «θρησκευτικοί πολυχώροι» που θα προσφέρουν δίπλα στο ναό και χώρους εστίασης.
  • Την απόδοση της ιδιοκτησίας των πρώην στρατοπέδων στους Δήμους στους οποίους ανήκουν γεωγραφικά χωρίς την ένταξή τους σε οποιαδήποτε σχέδιο αξιοποίησής που περιλαμβάνει νέες οικοδομές κάθε τύπου. Τυχόν εγκεκριμένες πολεοδομήσεις μέσω ΓΠΣ κ.λπ. καταργούνται. Οι δήμαρχοι φρόντισαν (π.χ. ΓΠΣ Δ. Παύλου Μελά) να χωροθετήσουν διάφορες χρήσεις εντός των στρατοπέδων χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τον μητροπολιτικό τους χαρακτήρα (γιαυτό και η πίεση να μην υπάρχει Ρυθμιστικό), χωρίς να έχουν εξαντλήσει τις δυνατότητες εύρεση άλλων χώρων για αναγκαίες κοινωφελείς χρήσεις και για να κάνουν τους χώρους ελκυστικούς σε επενδύσεις ιδιωτών μέσω ΣΔΙΤ ή άλλων σχημάτων.
  • Τη σύσταση δημόσιου μητροπολιτικού φορέα, με τη συμμετοχή  της τοπικής αυτοδιοίκησης, υπεύθυνου για την ανάδειξη και τη διαχείριση τους ως χώρων κοινόχρηστου πράσινου υπερτοπικής σημασίας με την ανάλογη χρηματοδότηση. Οι εκτάσεις των πρώην στρατοπέδων μαζί με το παράκτιο μέτωπο, την ορεινή ζώνη πάνω από τη Θεσσαλονίκη και τις διεισδύσεις υψηλού πρασίνου, π.χ. στον άξονα Ευαγγελίστρια-Πανεπιστημιούπολη-ΔΕΘ, αποτελούν ένα δίκτυο ανακούφισης του πολεοδομικού συγκροτήματος που χρήζει ενιαίας διαχείρισης για λόγους περιβαλλοντικούς, τεχνικούς και οικονομικούς. Οι χώροι αυτοί έχουν σημαντικές ανάγκες συντήρησης και προστασίας. Η ενιαία οργάνωσή τους μαζί και με την ανάδειξη και οργάνωση της χρήσης τους θα εξοικονομεί πόρους και θα συμβάλλει στον ολοκληρωμένο σχεδιασμό και οργάνωση της πολύς.
  • Την θεσμοθέτηση «Τράπεζας Γης» προκειμένου  να απαλλαγούν οι δήμοι  από το βραχνά της άρσης των απαλλοτριώσεων και των δυσβάσταχτων αποζημιώσεων που τις συνοδεύουν προκειμένου να ανακτήσουν τμήματα στρατοπέδων ή άλλων ελεύθερων χώρων.

Συνοπτική κατανομή των στρατοπέδων στη Δυτική (πάνω) και Ανατολική (κάτω) Θεσσαλονίκη.

Απάντηση