αναδημοσίευση από το blog του Γιάννη Παπαδημητρίου

Πριν από λίγες μέρες διοργανώθηκε στα Γιάννενα μια εκδήλωση από τον Σύλλογο των 200 περίπου εργαζόμενων, καθώς οι εργασίες συντήρησης γίνονται με εργολαβίες, της Εγνατίας οδού (Σ.Ε.Τ.Ε.Ο.), στα πλαίσια του αγώνα, που διεξάγουν ενάντια στην εκχώρηση/ιδιωτικοποίηση της συγκεκριμένης δημόσιας υποδομής. Ενώ όμως τα στοιχεία, που παρουσίασε η αντιπροσωπεία των εργαζόμενων, είχαν μεγάλο ενδιαφέρον, η διατυπωθείσα επιχειρηματολογία επιφύλαξε μια μάλλον δυσάρεστη έκπληξη. Υιοθετώντας σε μεγάλο βαθμό την οικονομίστικη λογική της Κυβέρνησης, μας πληροφόρησαν ότι, αυξάνοντας τον αριθμό και την τιμή των διοδίων, το Ελληνικό Δημόσιο μπορεί να αποκομίσει κέρδη πολύ μεγαλύτερα από τα ήδη εξασφαλισμένα σήμερα και επομένως να εξυπηρετήσει καλύτερα το δημόσιο χρέος από ό,τι με την παραχώρηση «κοψοχρονιά» σε ιδιώτη επενδυτή.

Δεν πρόκειται μόνο για την αυταπάτη ότι η κυβέρνηση και το πολιτικό σύστημα συνδιαλέγονται με ορθολογικά επιχειρήματα περί δημοσίου συμφέροντος και την παραγνώριση της πραγματικότητας ότι η Εγνατία πωλείται ακριβώς επειδή είναι, και μπορεί να γίνει ακόμα περισσότερο, κερδοφόρα. Το πιο σοβαρό είναι ότι απ’ αυτό τον λογαριασμό απουσιάζει εντελώς το δικαίωμα των πολιτών στη γρήγορη, ασφαλή και οικονομική μετακίνηση σε ένα δρόμο, που έχει κατασκευαστεί με τα δικά του χρήματα όπως και με αυτά των Ευρωπαίων πολιτών. Έτσι όμως ο δημόσιος χαρακτήρας περιορίζεται σε απλό κέλυφος ερήμην των κοινωνικών αναγκών, η, θεμιτή σε κάθε περίπτωση, υπεράσπιση της απασχόλησης και των εργασιακών δικαιωμάτων εκπίπτει σε συντεχνιακή λογική, με δυο λόγια το μέσο «καταπίνει» τον σκοπό. Το μέτρο σύγκρισης, για τους εργαζόμενους τουλάχιστον, δεν πρέπει να είναι ο ήδη ιδιωτικοποιημένος και πανάκριβος ΠΑΘΕ των εθνικών εργολάβων αλλά οι γερμανικοί αυτοκινητόδρομοι, στους οποίους οι πολίτες δεν πληρώνουν διόδια !

Ούτως ή άλλως πάντως ο δρόμος έχει ένα πλούσιο ιστορικό διαστρεβλώσεων του σκοπού μιας συγκοινωνιακής υποδομής να συμβάλει στην εξυπηρέτηση και τη μετακίνηση των πολιτών – και των εμπορευμάτων βεβαίως. Η Εγνατία ήταν πάντα το μέσο, όμως για ποιόν ακριβώς σκοπό ; Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να ξετυλίξουμε το κουβάρι των πολλαπλών σκοπιμοτήτων και ιδεολογικών της χρήσεων :

Ο τοπικισμός. Η αρχική σύλληψη, στη διάρκεια της χούντας, για την κατασκευή ενός οριζόντιου, δυτικού – ανατολικού οδικού άξονα κατά μήκος των βορείων συνόρων της χώρας προέβλεπε τη διέλευσή του, στο τμήμα της Ηπείρου, από την Κόνιτσα και την κοιλάδα του Σαραντάπορου. Με τους γιουγκοσλαβικούς πολέμους όμως, οπότε το σενάριο προκάλεσε το ενδιαφέρον της Ε.Ε., το ίδρυμα «Εγνατία» του ευρύτερου περιβάλλοντος Αβέρωφ άδραξε το 1991 την ευκαιρία και υπέβαλε μελέτες για την χρηματοδότηση ενός δρόμου, που θα περνούσε από το Μέτσοβο και σύντομα υιοθετήθηκε ως επίσημη ελληνική πολιτική. Έχω την αίσθηση ότι η κατασκευή με βάση τα αρχικά σχέδια θα ήταν τεχνικά και οικονομικά προσφορότερη αλλά αυτό δεν έπαιξε κανένα ρόλο.

Η αντιοικολογική επιλογή. Η σιδηροδρομική επέκταση προς την ΒΔ Ελλάδα, ένα παλιό όνειρο από την εποχή του Χαριλάου Τρικούπη, είχε συμπεριληφθεί από το 1983 στο 15ετές πρόγραμμα του ΟΣΕ. Παρότι εξαγγέλθηκε από όλες σχεδόν τις κυβερνήσεις μετά από το 1990, ήταν από τότε σαφές ότι οι δύο υποδομές ήταν μεταξύ τους ανταγωνιστικές και η χρηματοδότηση της μιας σήμαινε εγκατάλειψη της άλλης. Και ενώ σε όλη σχεδόν την Ευρώπη τα διευρωπαϊκά δίκτυα αφορούσαν κυρίως επεκτάσεις και εκσυγχρονισμούς σιδηροδρομικών δικτύων, την επιστροφή δηλαδή του σιδηροδρόμου ως μέσου μαζικού, οικολογικού και ασφαλούς, στη χώρα μας τα ευάριθμα λόμπυ της αυτοκίνησης και της οδοποιίας ήταν πολύ ισχυρά.

Ο εθνικισμός. Σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90 η Εγνατία αποτελούσε την περήφανη απάντηση του Ελληνισμού στις προκλήσεις των βορείων γειτόνων. Παρότι η λογική αυτή διαπερνούσε όλο το πολιτικό φάσμα, αν και με περισσότερη έμφαση το δεξιό τμήμα του, η πιο χαρακτηριστική περίπτωση ήταν του Χαραλαμπίδη, μέλους τότε του ΕΓ του ΠΑΣΟΚ, ο οποίος την είχε αποκαλέσει «ειρηνική αναπτυξιακή συνέχεια του 1912-13» και την είχε ορίσει ως λύση για την εθνική αναγέννηση του ελληνισμού κόντρα στο μυωπικό κράτος των Αθηνών !  Δεν είναι ασφαλώς τυχαίο ότι παρόμοια επιχειρηματολογία ενάντια στην ιδιωτικοποίηση διατυπώνει σήμερα – αλλά όχι μόνο αυτή – η Χρυσή Αυγή.

Το ωραίο είναι ότι αυτό καθαυτό το όνομα «Εγνατία» συνιστά ελληνική λαθροχειρία. Ο συνώνυμος αρχαίος ρωμαϊκός δρόμος, που πήρε το όνομα του κατασκευαστή του, του ανθύπατου Μακεδονίας Γναίου Εγνάτιου, περνούσε από το Δυρράχιο, την Αυλώνα και την Οχρίδα, πριν διασχίσει το έδαφος της σημερινής ελληνικής Μακεδονίας, δηλαδή πολύ βορειότερα από την Ηγουμενίτσα, τα Γιάννενα ακόμα και την Κοζάνη. Και τούτο γιατί πολύ απλά εκείνη ήταν η συντομότερη οδός σε ευθεία με το λιμάνι του Μπρίντιζι και το τέρμα της Αππίας οδού. Παρ’ όλα αυτά η γενικά ευαίσθητη σε κλοπές ονομάτων ελληνική κοινωνία της δεκαετίας του ’90 όχι μόνο δεν σκοτίστηκε με ιστορικές λεπτομέρειες αλλά έσπευσε να ονομάσει το σχέδιο για την κατασκευή ενός βορειότερου οριζόντιου άξονα από το Δυρράχιο στην Κωνσταντινούπολη, πιο πιστού δηλαδή στο πρωτότυπο τουλάχιστον στο δυτικό του κομμάτι, «αντι-Εγνατία». Όλα εκείνα τα χρόνια της «εθνικής» πολιτικής ήταν γενικά αδιανόητο ότι θα χρειαζόμασταν τους βαλκάνιους γείτονες όχι μόνο για τη συντήρηση του δρόμου αλλά κυρίως για την επιβίωση του τουριστικού κλάδου στις παραλίες του βόρειου Αιγαίου και, εσχάτως και, του Ιονίου.

Τα λειτουργικά και περιβαλλοντικά προβλήματα. Μπροστά στην ανάγκη να απορροφηθούν άμεσα ευρωπαϊκά κονδύλια η τότε κυβέρνηση Μητσοτάκη έκανε τις μελέτες κυριολεκτικά στο πόδι ενώ και οι επόμενες κυβερνήσεις Παπανδρέου, Σημίτη και Καραμανλή κινήθηκαν με κριτήριο τις επιδιώξεις και την τεχνογνωσία, αρχικά πολύ περιορισμένη, των ελληνικών τεχνικών εταιριών, με αποτέλεσμα σοβαρές καθυστερήσεις αλλά και την εμφάνιση, και από τότε και αργότερα, σημαντικών προβλημάτων. Έτσι, παρά την αναμφισβήτητη χρησιμότητα και την γενικά καλή εικόνα, δεν λείπουν ούτε κάποια επικίνδυνα τμήματα με αρκετές στροφές και έντονες κλίσεις – ακόμα και αν η πολύνεκρη καραμπόλα της Βέροιας το 2014 αποδίδεται σε εγκληματική αμέλεια της διαχείρισης – ούτε η ευπάθεια σε ακραίες καιρικές καταστάσεις. Χρειάστηκαν πολλές αντιδράσεις, ώστε ο δρόμος να κατασκευαστεί τελικά τετράιχνος και όχι δίιχνος σε όλο του το μήκος.

Στην κοιλάδα της Δωδώνης χρειάστηκε επίσης να δώσουμε ένα σκληρό αγώνα από το 1995 μέχρι το 1998 προκειμένου να αλλάξει η χάραξη και να προστατευθεί το Δωδωναίο τοπίο, που προκάλεσε τη διεθνή υποστήριξη και ανάγκασε τον, άτεγκτο αρχικά, Λαλιώτη να κάνει στροφή 180 μοιρών και να αρχίσει να οικειοποιείται την αλλαγή και να διαφημίζει, με περισσό θράσος, τις περιβαλλοντικές ευαισθησίες του Υπουργείου του. Εννοείται τέλος ότι πολλές ενστάσεις για τους βιότοπους της αρκούδας αντιμετώπισαν την επίσημη χλεύη εναντίον όσων «νοιάζονται μόνο για τις αρκούδες» και αντιστρατεύονται το εθνικό συμφέρον.

Και ολίγος οπορτουνισμός. Από την άλλη πλευρά το ΚΚΕ επέδειξε μια αξιοζήλευτη ευελιξία στη θέση του απέναντι στη σημασία του έργου. Η τοποθέτηση κατά την περίοδο της κατασκευής ότι η Ε.Ε. και το διεθνές κεφάλαιο σαμποτάρουν την Εγνατία μεταβλήθηκε σε κριτική ότι είναι «δρόμος του κεφαλαίου» κατά την περίοδο της λειτουργίας της. Πιστεύω ότι ακόμα και ο ιστορικός του μέλλοντος θα δυσκολευτεί να κρίνει, σε ποιό βαθμό αυτή η μετατόπιση αποτελεί συνήθη αντιπολιτευτικό οπορτουνισμό και σε ποιό ιδεολογική επιλογή «όξυνσης της ταξικής πάλης». Υποψιάζομαι πάντως ότι η προοπτική της ιδιωτικοποίησης θα ενισχύσει τους θετικούς τόνους του κόμματος απέναντι στην Εγνατία αυτή καθαυτή, της οποίας την ιδιωτικοποίηση «επιβάλλει η Ε.Ε.».

Απ’ αυτή την πλούσια αφήγηση μικρών και μεγάλων διαστρεβλώσεων και ιδεολογικών χρήσεων ας κρατήσουμε πάντως τη μεγαλύτερη και χειρότερη : τον ισχυρισμό ότι η εκποίηση της Εγνατίας γίνεται για την εξυπηρέτηση δήθεν του δημόσιου χρέους. Γι’ αυτό και η εκκωφαντική σιωπή του ΣΥΡΙΖΑ, και ειδικά εκείνων των τέως λαλίστατων στελεχών και βουλευτών, που, όσο βρισκόταν στην αντιπολίτευση, μοίραζαν φυλλάδια στα διόδια, ξιφουλκούσαν ενάντια στο «ξεπούλημα» και έθεταν όλους προ των ευθυνών τους, ας κριθεί αναλόγως.

Απάντηση