της Κυριακής Κλοκίτη

Η τελευταία έκθεση της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την αλλαγή του κλίματος είναι σαφής. Η αύξηση της μέσης θερμοκρασίας της ατμόσφαιρας κατά 1,5oC σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα εγκυμονεί τον κίνδυνο μακροχρόνιων και μη αναστρέψιμων αλλαγών, ο περιορισμός της θερμοκρασίας στους 1,5oC είναι δυνατός μέσα από τους νόμους της Χημείας και της Φυσικής, αλλά αυτό θα απαιτούσε πρωτοφανείς αλλαγές.

Αλλαγές στη γη, την ενέργεια, τη βιομηχανία, τα κτίρια, τις μεταφορές… Πιστεύουμε πως κανείς απο αυτούς που ευθύνονται για την κλιματική κρίση δεν είναι διατεθειμένος να κάνει κάτι προς αυτή την κατεύθυνση, διότι οι πρωτοφανείς αλλαγές αφορούν ουσιαστικά το μοντέλο παραγωγής και ανάπτυξης και τη χρήση ορυκτών καυσίμων. Αντιλαμβανόμαστε ότι δεν θα γίνουν, τουλάχιστον όχι από αυτούς που ηγούνται.

Ποιος ευθύνεται όμως για την κλιματική κρίση είναι ένα βασικό ερώτημα. Ότι η κλιματική κρίση είναι πια ανθρωπογενής δεν αμφισβητείται ουσιαστικά από κανέναν, πλην μεγάλων συμφερόντων, π.χ. εταιρειών πετρελαίου, του προέδρου των ΗΠΑ κ.λπ., δηλαδή ουσιαστικά των υπεύθυνων για την κατάσταση. Οι υπεύθυνοι αυτοί δεν είναι άλλοι απο τους μεγάλους καταναλωτές ορυκτών καυσίμων, όπως μια σειρά βιομηχανίες, εταιρείες εξορύξεων και φυσικά οι κυβερνήσεις που τις «ευλογούν» και γενικότερα η ανάγκη του καπιταλισμού για συνεχή οικονομική μεγέθυνση.

Οι ΗΠΑ, για παράδειγμα, υποσκάπτουν εσκεμμένα και σταθερά ακόμα και αυτές τις χλιαρές και ακίνδυνες συμφωνίες για το κλίμα και για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Αρνήθηκαν να ενταχθούν στο Πρωτόκολλο του Κιότο του 1997 και ο Τραμπ απέσυρε τη χώρα του από τη Συνθήκη του Παρισιού για το Κλίμα το 2015. Εξάλλου, η μιλιταριστική βιομηχανία των ΗΠΑ, πέρα απο τα συμφέροντα των αμερικάνικων εταιρειών πετρελαίου, είναι ο μεγαλύτερος καταναλωτής ορυκτών καυσίμων στον κόσμο.

Και δεν είναι μόνο οι Αμερικάνοι αλλά και πολλά άλλα κράτη που επιδίδονται προς όφελος του κεφαλαίου στην εκμετάλλευση μέχρι εξαντλήσεως και ακόμα περισσότερο στα χρόνια της κρίσης όχι μόνο της εργασίας αλλά επίσης ληστρικά στην εκμετάλλευση των φυσικών πόρων, στην αρπαγή γης και στην παραγωγή ρύπων και κάθε είδους αποβλήτων που παράγονται κατά τη διαδικασία διαρκούς μεγέθυνσης. Μιας μεγέθυνσης σε κατεύθυνση που οι ίδιοι αποφασίζουν όχι με βάση την κοινωνική χρησιμότητα των προϊόντων, δημιουργώντας ταυτόχρονα έναν κόσμο που θα καταναλώνει αυτά τα προϊόντα χωρίς αμφισβητήσεις.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις, που δεν μας εκπλήσσουν, οι κίνδυνοι είναι μεγαλύτεροι στις λιγότερο πλούσιες χώρες. Μεταξύ 2008 και 2012 περισσότεροι από 140 εκατομμύρια κλιματικοί πρόσφυγες εγκατέλειψαν τις εστίες τους εξαιτίας κάποιας περιβαλλοντικής καταστροφής. Η κλιματική κρίση είναι ένας πόλεμος εναντίον των πιο ευάλωτων πληθυσμών του πλανήτη και των πιο φτωχών.

Οι συνέπειές της πλήττουν με μεγαλύτερη ένταση τους φτωχούς του παγκόσμιου Νότου, που ευθύνονται συντριπτικά λιγότερο για την πρόκλησή της, καθώς επίσης και τους εργαζόμενους και τα φτωχά λαϊκά στρώματα του Βορρά, λόγω των λιγότερων μέσων που διαθέτουν για να τις αντιμετωπίσουν.

Η υπόθεση της κλιματικής αλλαγής είναι λοιπόν ταξική με όλη τη σημασία της λέξης. Η φύση και τα κοινά αγαθά, που ανήκουν σε όλους μας, υφίστανται ληστρική εκμετάλλευση απο λίγους· στον ανταγωνισμό μεταξύ των εθνών-κρατών για τη μετακύλιση των συνεπειών, είναι τα πιο φτωχά κράτη όπως και οι ιθαγενικοί λαοί που θα υποστούν τις μεγαλύτερες συνέπειες. Τέλος, μέσα σε κάθε έθνος-κράτος είναι οι κοινωνίες και οι εργαζόμενοι-ες που θα υποστούν τις συνέπειες, καθώς οι κοινωνικές δομές απαξιώνονται και καταρρέουν.

Είναι κατανοητό ότι το μέγεθος των απειλών είναι τεράστιο, η απάντηση είναι πολιτική και η σε βάθος αλλαγή του αναπτυξιακού μοντέλου και του τρόπου παραγωγής είναι τεράστιας σημασίας.

Η κλιματική αλλαγή είναι πιθανό να αποτελέσει τον επιταχυντή του εικοστού πρώτου αιώνα, λένε κάποιοι στο πλαίσιο του κινηματικού διαλόγου που γίνεται διεθνώς για το θέμα, και θα επιταχύνει τις αντιφάσεις του ύστερου καπιταλισμού. Στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες θα δούμε ακόμη πιο μεγάλες επιθέσεις στη δημόσια υγεία, στην εκπαίδευση και στις κοινωνικές υπηρεσίες, καθώς τα κράτη αυτά ακριβώς περικόπτουν, ενώ δαπανούν περισσότερα για τις πλημμύρες, τις ξηρασίες και τις άλλες επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης. Φυσικά, σε αυτή τη συζήτηση υπάρχει καλό και κακό σενάριο ως προς το ποιος θα ωφεληθεί από την επιτάχυνση αυτών των αντιφάσεων, οι κοινωνίες ή το σύστημα.

Τον τελευταίο καιρό γεννήθηκε ενα κίνημα κυρίως μαθητικό εξαιτίας των πρωτοβουλιών που πήρε για το κλίμα μια δεκαεξάχρονη μαθήτρια, η Γκρέτα Τούνμπεργκ. Άσχετα με το τι είναι η Γκρέτα, το πόσο λοιδορήθηκαν οι μαθητές αλλά και η ίδια, που υπέστη απίστευτα αήθεις επιθέσεις, φαίνεται πόσο πίσω βρισκόμαστε από το να κολυμπήσουμε σαν το ψάρι στο νερό στα κινήματα που γεννιούνται (μαθητικά, κατά των εξορύξεων, κλιματικής δικαιοσύνης κ.λπ.) και από το να πάρουμε εμείς, «οι από κάτω», τις πρωτοβουλίες.

Στη Γλασκόβη τον Νοέμβριο του 2020 είναι η επόμενη μεγάλη διάσκεψη για το κλίμα, να κάνουμε τα πάντα να είναι ένα κινηματικό γεγονός.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο Δελτίο Θυέλλης (Νοέμβριος 2019), έκδοση του Δικτύου για τα Πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα.

Απάντηση