του Δημοσθένη Παπαδάτου Αναγνωστόπουλου

Δεν πάει πολύς καιρός απ’ όταν ο πατριάρχης της γαλλικής Ακροδεξιάς µαν-Μαρί Λεπέν θεωρούσε την οικολογία «νέα θρησκεία των μποέμ αστών», των περίφημων bo-bo. Αλλάζοντας σελίδα και εδώ, ο Εθνικός Συναγερμός της Μαρίν δεν αρνείται πια την κλιματική αλλαγή. Και το ίδιο συμβαίνει με το νέο ηγέτη του αυστριακού Κόμματος της Ελευθερίας, Νόρμπερτ Χόφερ (σε αντίθεση με τον οικο-αρνητή προκάτοχό του, τον Στράχε) ή με τη Νεολαία της AfD, που βλέπει ότι στη Γερμανία οι Πράσινοι πείθουν νεανικά και «μεσοστρωματικά» ακροατήρια. Στην Ενίν-Μπομόν του γαλλικού Βορρά, η λεπενική τοπική εξουσία φωτίζει τους δρόμους με λάμπες LED, στέλνει εργαζόμενους του δήμου να φυτεύουν δωρεάν δέντρα σε σπίτια δημοτών και πειραματίζεται με την οικολογική βοσκή ως τρόπο συντήρησης δημοτικών χώρων πρασίνου.

Η Ακροδεξιά δεν έχει μία γραμμή για την οικολογική κρίση. Στη δεξιά όχθη, έτσι, βρίσκονται οι «σημαιοφόροι» της άρνησης, Τραμπ, Φάρατζ και Μπολσονάρο, που, λόγω και της ισχύος των χωρών τους στο διεθνή καπιταλισμό, δίνουν τον τόνο. Στην ίδια πλευρά αθροίζονται ακροδεξιοί της Ανατολικής και της Νότιας Ευρώπης, όπως το πολωνικό Νόμος και Δικαιοσύνη του Κασίνσκι (που κατηγορεί την Ευρωπαϊκή Ένωση για επιβολή ελιτίστικων οικολογικών πολιτικών) ή ο Σαλβίνι που, ενώ ανησυχεί για το κλίμα, θεωρεί τη Συμφωνία του Παρισιού εξυπηρέτηση στις κινεζικές επιχειρήσεις. Σύμφωνα με τη βερολινέζικη ερευνητική ομάδα για το κλίμα Adelphi, που κατέγραψε φέτος τις στάσεις 21 ευρωπαϊκών ακροδεξιών κομμάτων απέναντι στην κλιματική αλλαγή με βάση τα εκλογικά τους προγράμματα, η αντίθεση στις πολιτικές για την ανάσχεση της κλιματικής αλλαγής παραμένει η κύρια τάση στην ευρωπαϊκή Ακροδεξιά.

Την ίδια στιγμή, ωστόσο, όλο και περισσότερες από τις υπολογίσιμες δυνάμεις του χώρου εννοούν να προβάλλουν μια ορισμένη περιβαλλοντική «ευαισθησία», επενδυμένη βεβαίως στα εκάστοτε εθνικά χρώματα  και με κοινό παρονομαστή τις απόψεις του Μάλθους περί σπάνης των πόρων.

Συγγραφέας του βιβλίου «Ο Μεγάλος Διαχωρισμός: Για μια Οικολογία των Πολιτισμών» και συνδαιτυμόνας στο συνέδριο του ακροδεξιού Ταυτοτικού Μπλοκ «Τοπικισμός και ταυτότητα: η απάντηση στην παγκοσμιοποίηση», ο ευρωβουλευτής του λεπενικού Συναγερμού Ερβέ µουβάν λέει πως «η οικολογία αφορά βασικά ανθρώπους που ζουν σε ένα έδαφος, δένονται με αυτό και κάνουν μακροπρόθεσμα όνειρα».

Η ρομαντική ματιά πάνω στη Γη δεν έχει, ωστόσο, τίποτα το ποιητικό όταν φτάνει στο διά ταύτα. Όχι απλώς στον τοπικισμό και την προστασία της εθνικής παραγωγής έναντι των εκάστοτε οικονομικών ανταγωνιστών της Γαλλίας. Αλλά στη θέση ότι οι «εθνικοί πόροι» δεν είναι απεριόριστοι, άρα η συνετή χρήση τους επιβάλλει κάθε πολιτισμός να μένει στο έδαφος που του αντιστοιχεί. Με τα λόγια ενός άλλου Γάλλου ακροδεξιού, του 24χρονου επικεφαλής του ευρωψηφοδελτίου της Λεπέν, µορντάν Μπαρντελά, «τα σύνορα είναι ο καλύτερος σύμμαχος του περιβάλλοντος· μέσα από αυτά θα σώσουμε τον πλανήτη». Οι ομοιότητες με τη Λέγκα του Σαλβίνι εμφανείς: από τη μια, και εδώ, ανησυχία για μια βιώσιμη «οικολογική μετάβαση»  από την άλλη, κλειστές πόρτες στους πρόσφυγες, αφού οι «πόροι» δεν φτάνουν για όλους. Θέμα τρόπου παραγωγής ή αναδιανομής δεν τίθεται, προφανώς.

Έχοντας βαθιές ρίζες στην Ευρώπη, η μαλθουσιανή γραμμή φαίνεται να κινητοποιεί και πιο «κεντρώες» πολιτικές δυνάμεις, που υπολογίζουν στη στήριξη των ακροδεξιών. Η Μάτα Χένρικσεν, πρωθυπουργός και ηγέτιδα των Δανών Σοσιαλδημοκρατών, ανησυχεί ότι «η κλιματική αλλαγή θα αναγκάσει πολλούς να μετακινηθούν». Την ίδια στιγμή, προειδοποιεί, οι φτωχότεροι αυξάνονται ανησυχητικά: «Και προσθέστε το γεγονός ότι ο πληθυσμός της Αφρικής αναμένεται να διπλασιαστεί από το 2050 περίπου». Και αν όλοι αυτοί οι επικίνδυνοι πληθυσμοί σκεφτούν να αρχίσουν να διεκδικούν τους «πόρους μας»;

Γίνεται πλέον σαφές: Οικολογικό και κοινωνικό ζήτημα πάνε μαζί (και) για τους αντιπάλους μας. Οι δύο «γραμμές» της Ακροδεξιάς, με άλλα λόγια, απηχούν δύο διαδρομές για το συντονισμό τους με τα κόμματα της κρατικής διαχείρισης και το κεφάλαιο σε κάθε χώρα. Ο «πράσινος πατριωτισμός», που είδαμε νωρίτερα, φαίνεται να είναι η μία συνταγή. Ακραία εκδοχή της είναι ο οικοφασισμός, που μάθαμε μετά τις πολύνεκρες φετινές επιθέσεις στη µηλανδία (ο Μπρέτον Τάραντ αυτοαποκαλείται «οικοφασίστας») και το Ελ Πάσο των ΗΠΑ. Εδώ δεν πρόκειται γενικώς για «συντονισμό» με έναν ορισμένο πράσινο καπιταλισμό, αλλά για φαινόμενο με ρίζες στο ναζιστικό «Αίμα και Έδαφος», στα γραπτά της ινδής κατασκόπου των ναζί Savitri Devi (και μάλλον λιγότερο στις «πράσινες» ταυτοτικές αναζητήσεις της γαλλικής Νέας Δεξιάς και του GRECE της δεκαετίας του `70).

Μολονότι εξοικειωμένη με τις παραδόσεις αυτές, η «δική μας» Χρυσή Αυγή βρίσκεται ωστόσο στον αντίποδα. Στο «Εθνικό σχέδιο αποκέντρωσης και επανέναρξης της πρωτογενούς παραγωγής», διαβάζουμε πως «Ο Έλληνας [πρέπει] να γυρίσει στο χωράφι, στο εργοστάσιο, την παραγωγή και την σκληρή εργασία. Εύκολες λύσεις και δωρεάν δανεικά δεν υπάρχουν». Συντονιζόμενη με το κυρίαρχο φιλοεπενδυτικό ρεύμα στην Ελλάδα, η Χρυσή Αυγή ζητά (με κεφαλαία) «ΑΜΕΣΗ ΕΝΑΡΞΗ ΓΕΩΤΡΗΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΟΡΥΚΤΟΥ ΜΑΣ ΠΛΟΥΤΟΥ (πετρελαίου, φυσικού αερίου, πολυτίμων μετάλλων)», επικαλούμενη δημοσιεύματα της Deutsche Bank, για «427 δισ. ευρώ κέρδος από τα ελληνικά κοιτάσματα φυσικού αερίου νοτίως της Κρήτης». Μίλησε κανείς για οικολογική κρίση;

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο Δελτίο Θυέλλης (Νοέμβριος 2019), έκδοση του Δικτύου για τα Πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα.

Απάντηση